Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Πρέπει να μπορείς ν’ ανασαίνεις»


«Μα τι εξαιρετικός συγγραφέας που είναι! Διάβασε το βιβλίο οπωσδήποτε!» έγραφε τον Απρίλιο του 1916 ο Φραντς Κάφκα στην αγαπημένη του Φελίτσε Μπάουερ για το τελευταίο βιβλίο του Ερνστ Βάις εκείνη την εποχή, το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά του, Ο αγώνας, και αυτή η κρίση του Κάφκα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι διατυπώθηκε ακριβώς την εποχή που η φιλική σχέση των δύο συγγραφέων είχε ήδη διαρραγεί και είχαν αποφασίσει να μη βλέπονται πλέον.


Δύο μήνες αργότερα ο Ερνστ Βάις θα έγραφε στη δική του αγαπημένη, χορεύτρια και ηθοποιό, μετέπειτα και συγγραφέα, Ραχήλ Ζανζάρα ότι ζήτησε από τον Κάφκα να γράψει μία κριτική για το βιβλίο του, «αλλά εκείνος το αρνήθηκε, ο μοχθηρός Φαρισαίος». Βάσει κάποιων κρίσεών του, όπως αυτή, ο Ερνστ Βάις έχει καταγραφεί στην Ιστορία της λογοτεχνίας και ως ο μοναδικός δεδηλωμένος εχθρός του Κάφκα. Ενδεχομένως ο Βάις, και ιδιαίτερα σε ζητήματα στα οποία εμπλεκόταν προσωπικά και ο ίδιος, να αδικούσε τον Κάφκα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θεώρησε φαρισαϊσμό τη δικαιολογία που προέβαλε ο Κάφκα, ότι ήταν δηλαδή γενικότερα σε μία άσχημη κατάσταση και δεν έγραφε τίποτα εκείνη την περίοδο.

Ο ίδιος ο Κάφκα κάποια χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1920, θα έγραφε στη Μίλενα Γέσενσκα μεταξύ άλλων: «κάποιες ανθρώπινες σχέσεις (λ.χ. εκείνη με τον Βάις) τις κατέστρεψα». Έτσι, ο –ούτως ή άλλως βαθύτατα ενοχικός– Κάφκα ανέλαβε χρόνια μετά την ευθύνη για τη διάλυση της σχέσης τους.

Όσον αφορά τη στάση του Βάις για τον Κάφκα συχνά παρατίθεται, και μάλιστα αποκομμένο από τα συμφραζόμενα, και κάτι που ο Βάις έγραψε, στη Ραχήλ Ζανζάρα και πάλι, τον Ιανουάριο του 1917 με αφορμή τη δημοσίευση κάποιου κειμένου του Κάφκα στην Καθημερινή της Πράγας: «Μία δημοσίευση από την εβραϊκή Πράγα με τη σημείωση ότι ο Κάφκα, λέει, έχει πάρει το βραβείο Φοντάνε, κάτι που δεν ισχύει, αφού εκείνος έλαβε απλώς τα χρήματα από τον Στέρνχαϊμ. Ο Κάφκα, όσο περισσότερο χρόνο μένω μακριά του, μου γίνεται όλο και περισσότερο αντιπαθής με τη γλοιώδη την κακία του». Και εδώ ο Βάις ενδεχομένως να αδικεί τον παλιό φίλο του, ωστόσο, όσον αφορά τη σημείωση αυτή καθαυτήν έχει σαφέστατα δίκιο.1 Από την αντικειμενική πραγματικότητα όμως μέχρι την υποκειμενική κρίση του Βάις για τον Κάφκα υπάρχει ένα χάσμα, αφού στην πραγματικότητα ούτε ο Βάις μπορούσε τότε να ξέρει ούτε και κανείς άλλος μέχρι σήμερα γνωρίζει αν η σημείωση εκείνη έγινε καθ’ υπαγόρευση ή εν αγνοία του ίδιου του Κάφκα. Είναι όμως κατανοητή η αντίδραση του Βάις σε ανθρώπινο επίπεδο και μάλιστα στο πλαίσιο της προσωπικής αλληλογραφίας του με την αγαπημένη του; Σε ένα σημείο στον Αυτόπτη μάρτυρα, όπου ο αφηγητής μιλά για τη σύζυγό του, λέει: «Άρχισε τότε, από το πουθενά, να γελάει υστερικά. Ήταν στην κλιμακτήριο. Είχε κυκλοθυμίες, τις καταλάβαινα ως γιατρός. Ως σύζυγος όχι». Και ο Βάις ήταν γιατρός. Και ως γιατρός δεν μπορούσε να αγνοεί την αντικειμενική πραγματικότητα.

Στην αλληλογραφία του με τον συγγραφέα Λέο Πέρουτς, παρά τα καλά του λόγια και τους επαίνους του για το έργο του Πέρουτς, ο Βάις δεν παρέλειπε να εκφράζει και τις ενστάσεις του και τους ενδοιασμούς του. Το 1911, όταν ο Πέρουτς τού είχε στείλει κάποια χειρόγραφα από το μυθιστόρημά του Η τρίτη σφαίρα, μετά τα καλά λόγια και τους επαίνους ο Βάις θα προσθέσει: «Μικρές τεχνικές ελλείψεις πρόσεξα, η γλώσσα μπορεί εδώ κι εκεί να γίνει πιο ξερή, πιο λιτή και πιο απλή». Στην ίδια επιστολή θα εκφράσει την πεποίθηση ότι η Αυστριακή Επιθεώρηση δεν θα δεχθεί να δημοσιεύσει κάποια αποσπάσματα, γράφοντας: «αυτό το καθολικό περιοδικό δεν θα κάνει επ’ ουδενί τρόπω δεκτό κάτι φιλοπροτεσταντικό». Αργότερα ο Βάις θα έκανε και άλλες παρατηρήσεις και πιο συγκεκριμένες προτάσεις στον Πέρουτς μέχρι την έκδοση του μυθιστορήματος το 1915. Χαρακτηριστική είναι επίσης η επιστολή που έγραψε στον Πέρουτς τον Σεπτέμβριο του 1918 για το μυθιστόρημά του Μεταξύ εννέα και εννέα: «Το βιβλίο σας το έλαβα και το διάβασα. Στο είδος του είναι ό,τι πιο εξαιρετικό έχω διαβάσει, είμαι πεπεισμένος ότι αν ήσαστε Εγγλέζος ή Αμερικανός συγγραφέας, το έργο σας θα διαβαζόταν σε 100.000 αντίτυπα από το Λονδίνο μέχρι το Σουδάν. Αλλά και ως Γερμανός ή μάλλον ως Αυστριακός θα έχετε μεγάλη επιτυχία, διότι στην κατηγορία του είναι συναρπαστικό». Αλλάζοντας, όμως, παράγραφο θα αρχίσει να εκφράζει τις αντιρρήσεις του, μεταξύ των οποίων θα αναφέρει: «Μία μικρή τεχνική αμφιβολία μού προκαλεί το τέλος, το οποίο δεν απελευθερώνει, παρά ηχεί σνιτσλερικά παραιτημένο». Ωστόσο θα τελειώσει: «Αλλά και σε αυτή την αμφιβολία δεν ξέρω κατά πόσο με οδηγούν προσωπικά μου συναισθήματα».

Αυτό που θα πρέπει ν’ αναγνωριστεί στον Ερνστ Βάις είναι μία κατ’ αρχήν καθαρή, επιστημονική ματιά στην πραγματικότητα, την οποία αναμφίβολα χρωματίζει συναισθηματικά η εστίαση του παρατηρητή, χωρίς ωστόσο να την παραμορφώνει ή να τη διαστρεβλώνει.

Όταν ο Βάις κλήθηκε τον Μάρτιο του 1929 να απαντήσει με τη σειρά του σε μία στήλη του βερολινέζικου περιοδικού Το Ημερολόγιο υπό τον γενικό τίτλο «Βιβλία που αδικήθηκαν», θα ομολογούσε: «Δεν μπορώ να πω ότι κάποιο από τα βιβλία μου έχει “αδικηθεί” ιδιαίτερα. Αναρωτιέμαι αν έχω εν γένει κάποιον λόγο να θεωρώ τον εαυτό μου αδικημένο. Γεγονός: Έχω δημοσιεύσει εννέα μυθιστορήματα, δύο θεατρικά έργα, πολλά διηγήματα, μία ποιητική συλλογή, έναν τόμο με δοκίμια, Αυτό που δεν χάνεται, κατά την πάροδο δεκαπέντε χρόνων. Αποτέλεσμα: Στους περισσότερους αναγνώστες, ακόμη και σε εκείνους που ενδιαφέρονται για τη νεότερη γερμανική λογοτεχνία, είμαι παντελώς άγνωστος και συχνά με ρωτούν “Με τι όνομα γράφετε;” Η κριτική τώρα με παίρνει πολύ λιγότερο σοβαρά απ’ ό,τι στα πρώτα έργα μου, ούτε μία αράδα μου δεν έχει μεταφραστεί σε κάποια ξένη γλώσσα παρά τις πολλές προσπάθειες να επιτευχθεί αυτό. Τριών (για μένα) σημαντικών έργων μου, τριών μυθιστορημάτων μου, Αλυσοδεμένα ζώα, Νάχαρ, Άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, έχει εξαντληθεί εδώ και χρόνια και το τελευταίο τους αντίτυπο. Νέα έκδοση δεν πρόκειται να γίνει. Το τελευταίο έργο μου, το μυθιστόρημα Μποέτιους φον Ορλαμύντε, το δούλευα τρία χρόνια. Παρά τη χαμηλή τιμή του, την εξαιρετικά ωραία έκδοση και την καλή διαφήμιση του εκδότη μου Ζ. Φίσερ, έχουν πουληθεί μόνο 1.200 αντίτυπα». Να σημειωθεί εδώ ότι αυτό το μυθιστόρημα του Αυστριακού Βάις, που εκείνη την εποχή ζούσε στο Βερολίνο, μόλις την προηγούμενη χρονιά είχε τιμηθεί με το αυστριακό βραβείο Άνταλμπερτ Στίφτερ και είχε επίσης αποσπάσει στο Άμστερνταμ με τη σημαία της Γερμανίας το αργυρό μετάλλιο στην κατηγορία «Επικά έργα» της 9ης Ολυμπιάδας.2 Και λίγο παρακάτω συνέχιζε ο Βάις: «Το θεωρώ μεγάλη τύχη, ιδιαίτερη εξαιρετική περίπτωση της μοίρας, το ότι έχω το ελεύθερο να εκφράζω ό,τι με συγκινεί μέσα μου, ότι μπορώ να δημιουργώ μορφές, ανθρώπους, ψυχές, μέσα στις οποίες συνεχίζει να ζει το καλύτερο κομμάτι μου. Και θα με ενοχλεί το λειψό χειροκρότημα; Το πολύ πολύ να έθετα στον εαυτό μου το ερώτημα κατά πόσο εγώ ήμουν δίκαιος με αυτή την εποχή, κατά πόσο εγώ δεν έχω αποκοπεί από τα προβλήματα που γεννήθηκαν με αυτή την εποχή και περνούν όπως περνά κι αυτή».

Ο Ερνστ Βάις γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1882 στο Μπρυνν ή Μπρνο (Brünn ή Brno, στα Γερμανικά ή Τσεχικά αντίστοιχα) της Μοραβίας υπό την Αυστροουγγρική Μοναρχία. Ήταν ο δεύτερος γιος της γερμανόφωνης, εβραϊκής οικογένειας του Γκούσταφ και της Μπέρτα Βάις, η οποία θα αποκτούσε άλλα δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ο πατέρας του, έμπορος υφασμάτων, πέθανε όταν ο Βάις ήταν 4 χρόνων. Παρά τα οικονομικά προβλήματα, τις δυσκολίες και τις αλλαγές σχολείων, ο Βάις κατάφερε ν’ αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο το 1902 και να σπουδάσει στη συνέχεια Ιατρική στην Πράγα και στη Βιέννη. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1908 στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, υπηρέτησε το δεύτερο εξάμηνο της στρατιωτικής θητείας του μέχρι τον Μάρτιο του 1909 σε στρατιωτικό νοσοκομείο στη Βιέννη. Στη συνέχεια εργάστηκε ως χειρουργός στη Βέρνη και το Βερολίνο. Στη Βέρνη ήταν βοηθός του Ελβετού χειρουργού Έμιλ Τέοντορ Κόχερ, στον οποίο απονεμήθηκε το 1909 το βραβείο Νομπέλ για το έργο του στη φυσιολογία, την παθολογία και τη χειρουργική του θυρεοειδούς αδένα. Στο Βερολίνο ήταν βοηθός του Γερμανού μυστικοσυμβούλου και χειρουργού Άουγκουστ Μπηρ.

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1927, ο Βάις θα έγραφε για εκείνη την εποχή: «Το έτος 1911 επέστρεψα στη Βιέννη, επειδή κατά τη διάρκεια των ετών που ως βοηθός κακοπληρωνόμουν είχα ξοδέψει όλα τα χρήματά μου, πήγα εκεί στην κλινική και είπα να μάθω να κερδίζω χρήματα από την Ιατρική. Αλλά δεν το έμαθα ποτέ και η Ιατρική ποτέ δεν έγινε για μένα πηγή εσόδων. Ζούσα σε πολύ άσχημες συνθήκες, και ενώ ήμουν ενήλικος άνθρωπος ήμουν ακόμη αναγκασμένος να ζητώ τη στήριξη των συγγενών μου – τότε που είχα υπερβολικό φόρτο εργασίας, που ήμουν αναγκασμένος να περνώ δώδεκα ώρες την ημέρα στο χειρουργικό τραπέζι και στο νοσοκομείο».

Εκείνη την εποχή ο Βάις είχε γράψει και το πρώτο του μυθιστόρημα, Η γαλέρα, το οποίο κανένας από τους 23 εκδοτικούς οίκους, στους οποίους το είχε υποβάλει, δεν ενέκρινε την έκδοσή του. Το 1913, αναγκασμένος να αλλάξει κλίμα για λόγους υγείας, κατάφερε μέσω φίλων να βρει μία θέση ως γιατρός πλοίου στη μεγαλύτερη πλοιοκτήτρια εταιρεία της Αυστροουγγρικής Μοναρχίας, την Αυστριακή Λόυντ, και να ταξιδέψει μέσω Πορτ Σάιντ στην Ινδία και την Ιαπωνία. Ωστόσο, λίγο πριν από την αναχώρησή του 4 εκδοτικοί οίκοι, οι μεγαλύτεροι γερμανικοί οίκοι της εποχής (Fischer, Wolff, Müller και Rüten & Loening) έκαναν δεκτή τη Γαλέρα, και ο Βάις επέλεξε τελικά τον Φίσερ στο Βερολίνο, για να βρει τυπωμένο το πρώτο του βιβλίο, αφού θα επέστρεφε από το ταξίδι του.

Την ίδια χρονιά είχε γνωρίσει τον Φραντς Κάφκα και στη συνέχεια συνδέθηκαν φιλικά σε τέτοιο βαθμό, που τον Ιούλιο του 1914 ο Βάις συνόδευσε τον Κάφκα στο ξενοδοχείο «Ασκανική Αυλή» στο Βερολίνο και ήταν παρών ως ο μοναδικός, πιθανότατα σιωπηλός, μάρτυρας υπεράσπισης του Κάφκα σ’ εκείνη την «άλλη δίκη», όπως πολύ εύστοχα έχει χαρακτηρίσει ο Κανέττι3 την περιβόητη συνάντηση του Κάφκα με τη Φελίτσε Μπάουερ, την αδελφή της, Έρνα, και τη φίλη της Μπάουερ, την Γκρέτε Μπλοχ, με την οποία αλληλογραφούσε και ο Κάφκα. Έπειτα από εκείνη τη συνάντηση, στην οποία διαλύθηκε ο αρραβώνας του Κάφκα και της Μπάουερ, ο Ερνστ Βάις με τη σύντροφό του, τη Γιοχάννα Μπλέσκε, την οποία είχε επίσης γνωρίσει την προηγούμενη χρονιά και η οποία αργότερα θα χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ραχήλ Ζανζάρα, και τον «καταδικασμένο» Φραντς Κάφκα έκαναν ολιγοήμερες διακοπές στη Βαλτική θάλασσα, στη δανέζικη λουτρόπολη Μαρίελυστ, όπου ο Βάις έλεγξε μαζί με τον Κάφκα τα τυπογραφικά του δεύτερου βιβλίου του. Ωστόσο, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου αναβλήθηκε η έκδοση του μυθιστορήματος Ο αγώνας, το οποίο τελικά κυκλοφόρησε το 1916 από τον Φίσερ.

Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ο Βάις υπηρέτησε ως γιατρός σε διάφορες περιοχές της Αυστροουγγρικής Μοναρχίας. Παράλληλα προσπαθούσε να εκδώσει το τρίτο βιβλίο του, Αλυσοδεμένα ζώα, συζητώντας τόσο με τον Φίσερ όσο και με τον εκδοτικό οίκο του Κουρτ Βολφφ στο Μόναχο, από τον οποίο είχαν ήδη εκδοθεί Ο θερμαστής και Η μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα. Τον Μάρτιο του 1917, όταν ο Φίσερ τού γνωστοποίησε τους φόβους του για πιθανή λογοκρισία του μυθιστορήματος Αλυσοδεμένα ζώα, λόγω του ευυπόληπτου αξιωματικού του Αυστροουγγρικού στρατού που ξεπέφτει και γίνεται ιδιοκτήτης οίκου ανοχής, ο Βάις αντιπρότεινε ότι έχει άλλο ένα έτοιμο μυθιστόρημα, το Άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, και ότι ένα από τα δύο θα πρέπει να κυκλοφορήσει «σε εύλογο χρονικό διάστημα». Τα Αλυσοδεμένα ζώα κυκλοφόρησαν τελικά το 1918 από τον Φίσερ, Η γαλέρα είχε ήδη εξαντληθεί, ενώ το Άνθρωπος εναντίον ανθρώπου θα κυκλοφορούσε τελικά την επόμενη χρονιά από τον εκδοτικό οίκο του Γκέοργκ Μύλλερ στο Μόναχο και ο Φίσερ θα προχωρούσε σε δεύτερη έκδοση του μυθιστορήματος Ο αγώνας, το οποίο θα κυκλοφορούσε στο εξής με τον τίτλο Φραντσίσκα.

Το τέλος του πολέμου βρίσκει τον Βάις να υπηρετεί στο Μπενεσάου ή Μπένεσοφ της Βοημίας, η Αυστροουγγρική Μοναρχία πέφτει στις 30 Οκτωβρίου 1918, τον Νοέμβριο ανακηρύσσεται η Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας και ο Ερνστ Βάις επιστρέφει στην Πράγα, όπου επίσημη γλώσσα γίνονται πλέον τα Τσεχικά, μία γλώσσα, που σε αντίθεση με τον Κάφκα, εκείνος αγνοεί. Μετά τον πόλεμο ο Βάις δεν καταφέρνει να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού για μεγάλο χρονικό διάστημα και αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές δυσκολίες. Τον Αύγουστο του 1920 ο Φραντς Κάφκα έγραφε μεταξύ άλλων στη Μίλενα Γέσενσκα: «Πρόσφατα άκουσα τη φήμη ότι ο Ερνστ Βάις είναι βαριά άρρωστος και χωρίς χρήματα και ότι στο Φράντσενσμπαντ έγινε ένας έρανος για εκείνον. Ξέρεις κάτι γι’ αυτό;»

Ο Βάις αποφασίζει να εγκαταλείψει την Πράγα το 1921. Απαντώντας την επόμενη χρονιά στην Ημερησία της Πράγας, σε μία έρευνα που έγινε σε γερμανόφωνους συγγραφείς που είχαν φύγει από την Πράγα, ο Βάις, αφού ανέφερε πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτόν η Πράγα, μίλησε για τους «υλικούς και πνευματικούς» λόγους που τον ανάγκασαν να φύγει: «Οι υλικοί οφείλονται στο ότι για έναν Γερμανό συγγραφέα, που τα έργα του εκδίδονται στη Γερμανία και πληρώνονται σε μάρκα, γίνεται αδύνατον τα τελευταία χρόνια να ζήσει σε μία χώρα με υψηλότερο νόμισμα, ακόμη κι αν έχει πολύ ταπεινές απαιτήσεις από τη ζωή». Στους πνευματικούς λόγους θα συγκατάλεγε αφενός την άγνοια εκ μέρους του της τσεχικής γλώσσας και αφετέρου το κλείσιμο του γερμανικού Κρατικού θεάτρου, όπου το 1919 είχε παιχτεί με μεγάλη επιτυχία το θεατρικό έργο του Τάνια, με πρωταγωνίστρια τη Ραχήλ Ζανζάρα: «χωρίς τη γνώση της τσεχικής γλώσσας, που δεν είμαι τώρα πλέον ικανός να τη μάθω, στην Πράγα μέρα με την ημέρα μού φάνταζα όλο και περισσότερο ξένος, αλλοδαπός. […] Ήταν η μοναδική σκηνή που πραγματικά αγαπούσα, ήταν για μένα κάτι αναντικατάστατο. […] Δεν ήμουν μόνο εγώ που δεν μπορούσα πλέον να περνώ απ’ το παλιό κτήριο χωρίς ένα αίσθημα πικρίας. Η συναισθηματικότητα δεν είναι εν γένει κάτι που με χαρακτηρίζει. Αλλά δεν μπορούσα πλέον να ζω σε μία πόλη όπου ήταν δυνατόν να βιώνω κάτι τέτοιο. Πρέπει να μπορείς ν’ ανασαίνεις. Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό χωρίς καμία αίσθηση δικαίου».

Αφού έμεινε για λίγο στο Μόναχο, πήγε στο Βερολίνο, όπου συνέχισε να ζει ως συγγραφέας και μεταξύ άλλων έγραφε και για τον Κήρυκα του Χρηματιστηρίου του Βερολίνου. Ο ίδιος ομολόγησε ότι σταμάτησε να γράφει θεατρικά έργα, όταν η επιτυχημένη στην Πράγα Τάνια του και ο ίδιος γιουχαΐστηκαν πολύ άγρια στην πρεμιέρα του έργου στη Βιέννη. Το επόμενο μυθιστόρημά του, η Νάχαρ, εκδόθηκε το 1922 από τον εκδοτικό οίκο Κουρτ Βολφφ στο Μόναχο, ενώ το 1923 θα εκδιδόταν το μυθιστόρημά του Η δοκιμασία της φωτιάς από Το σιδηρουργείο (Die Schmiede), έναν πρωτοποριακό εκδοτικό οίκο στο Βερολίνο, στον οποίο την επόμενη χρονιά θα εκδιδόταν και το αφήγημά του Η υπόθεση Βουκομπράνκοβιτς, αλλά και τα βιβλία του Γιόζεφ Ροτ Hotel Savoy και Η εξέγερση, η συλλογή διηγημάτων του Φραντς Κάφκα Ένας καλλιτέχνης της πείνας και μετά τον θάνατό του και Η δίκη (1925).

Στις 18 Αυγούστου 1925, στην 75η επέτειο του θανάτου του Μπαλζάκ, εκδόθηκε στο Βερολίνο από τον εκδοτικό οίκο Προπύλαια το βιβλίο του Βάις Άνδρες τη νύχτα, Μυθιστόρημα για τον Μπαλζάκ. Στο κείμενό του «Ο Μπαλζάκ ως μυθιστορηματική φιγούρα. Συνομιλία με τον Ερνστ Βάις», το οποίο δημοσιεύτηκε στον Κήρυκα του Χρηματιστηρίου του Βερολίνου στις 7 Αυγούστου, η τελευταία ερώτηση του Μπαλζάκ προς τον Βάις είναι «Τι οφείλετε στο πρώην επάγγελμά σας;» κι εκείνος θα απαντήσει: «Την περιγραφική αγάπη για το αντικείμενο, την ικανότητα για διάγνωση, τη χαρά της απόφασης, τη δύναμη για δράση τη στιγμή που είναι απαραίτητη. Η χειρουργική είναι ένα μεγάλο σχολείο για τον καλλιτέχνη. Δεν είναι καμία επιστήμη ακριβείας, είναι η ίδια μια τέχνη, μια μαγική τέχνη».

Η δεύτερη διευρυμένη έκδοση του μυθιστορήματος Η δοκιμασία της φωτιάς θα κυκλοφορούσε το 1929, αφού είχαν προηγηθεί το βραβείο Άνταλμπερτ Στίφτερ και το αργυρό μετάλλιο για τον Μποέτιους φον Ορλαμύντε, και με την ευκαιρία της έκδοσης ο Ερνστ Βάις θα έγραφε στον Λέο Πέρουτς: «Αγαπητέ παλιέ σύντροφε Πέρουτς! Σας έστειλα το τελευταίο μου έργο, τη Δοκιμασία της φωτιάς, – όχι μυθιστόρημα με τη συνηθισμένη έννοια, – μάλλον μία εξομολόγηση και μάλιστα απαραίτητη. Από τότε είμαι καλύτερα, αλλά ένας καλός φίλος και σύντροφος συχνά θα μου έκανε πολύ καλό εδώ. Τα βιβλία μου πάνε πιο άσχημα από άσχημα – αλλά αυτό είναι το τελευταίο, το τελευταίο που με θλίβει». Η σχέση του Βάις με τη Ζανζάρα, η οποία πάντα ήταν μια προβληματική σχέση με επαναλαμβανόμενους χωρισμούς και επανασυνδέσεις, είχε διαλυθεί οριστικά, και η Ζανζάρα είχε ήδη παντρευτεί το 1927. Και η Βιέννη των νεανικών του χρόνων είχε αλλάξει πια. Την άνοιξη του 1930 θα έγραφε πάλι στον Πέρουτς: «Θα είστε τον επόμενο καιρό στη Βιέννη; Επεξεργάζομαι το σχέδιο, έπειτα από ένδεκα χρόνια να πάω πάλι για μια δυο ημέρες στη Βιέννη. Εκτός από εσάς και μερικούς μακρινούς συγγενείς δεν έχω κανέναν πια εκεί». Ωστόσο, το επόμενο μυθιστόρημά του, ο Γκέοργκ Λέταμ. Γιατρός και δολοφόνος, θα εκδοθεί το 1931 στη Βιέννη από τον εκδοτικό οίκο του Πάουλ Τσόλναϋ, στον οποίο είχαν εκδοθεί μεταξύ άλλων και βιβλία του Άρτουρ Σνίτσλερ, του Φραντς Βέρφελ και του Χάινριχ Μανν.

Τις «Σημειώσεις περί εμού του ιδίου», που δημοσιεύτηκαν στις 15 Φεβρουαρίου 1933 στο Παρίσι, στη γαλλική Επιθεώρηση της Γερμανίας και των γερμανόφωνων χωρών, όπου δημοσιευόταν επίσης και μία ανασκόπηση του έργου του, ο Βάις τις άρχιζε με την εξής διαπίστωση: «Σε μία ηλικία στην οποία οι περισσότεροι άνθρωποι μέλλει να σκέπτονται το μέλλον των δικών τους εγώ είμαι μόνος μου». Και συνέχιζε: «Από την πατρίδα μου ζω μακριά. Δεν έχω τίποτα στην ιδιοκτησία μου και δεν πασχίζω να αποκτήσω κάποια ιδιοκτησία. Έχω χρόνο να προετοιμαστώ για μία αξιοπρεπή αποχώρηση και κατά τα άλλα να αφοσιωθώ πλήρως στην εργασία μου. Αυτή η εργασία, που σχεδιάζω να φέρω εις πέρας, είναι άραγε το έργο ενός μυθιστοριογράφου, είναι φιλοσοφικές πραγματείες ή πολιτικά δοκίμια; Προσπαθώ άραγε να κατανοήσω την αλληλεπίδραση των τωρινών πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων, ή μήπως αντιθέτως αναζητώ έναν τόπο, όπου θα μπορέσω να εγκατασταθώ μόνιμα;»

Στο ίδιο κείμενο, γράφοντας για τις επιπτώσεις του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου στη γενιά του, σημείωνε: «Όταν πήγαμε στον πόλεμο, ήμαστε πολύ μεγάλοι, για να πνίξουμε τις αναμνήσεις μας από εκείνον στην καταχνιά της εθνικιστικής μέθης». Αυτές τις αναμνήσεις αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές τάσεις την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που αδιαμφισβήτητα έθλιβαν τον Βάις και οδήγησαν στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933, θα περιέγραφε λίγα χρόνια αργότερα στον Αυτόπτη μάρτυρα. Λίγο μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στο Βερολίνο, στις 27 Φεβρουαρίου του ’33, και τη φρενήρη πλέον άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, ο Βάις έφυγε οριστικά από το Βερολίνο, για να επιστρέψει στην Πράγα, όπου έμεινε με τη μητέρα του μέχρι τον θάνατό της, τον Ιανουάριο του 1934.

Έναν μήνα μετά τον θάνατο της μητέρας του αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι. Στη Γαλλία δεν μπορούσε να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Έγραφε για διάφορα γερμανόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά, μεταξύ των οποίων ήταν Το Νέο Ημερολόγιο, το οποίο εξέδιδε ο Λέοπολντ Σβάρτσσιλντ από τον Ιούλιο του 1933 στο Παρίσι, αφού είχε κλείσει Το Ημερολόγιο στο Βερολίνο, και Η συλλογή, την οποία εξέδιδε ο Κλάους Μανν από τον Σεπτέμβριο του 1933 μέχρι τον Αύγουστο του 1935 στο Άμστερνταμ στον εκδοτικό οίκο του Εμάνουελ Κβερίντο και στην οποία μεταξύ άλλων έγραφαν οι Χάινριχ και Τόμας Μανν, Ερνστ Μπλοχ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Μαξ Μπροντ, Άλφρεντ Νταιμπλίν, Γιόζεφ Ροτ, Έλζε Λάσκερ-Σούλερ, Ερνστ Τόλλερ και Στέφαν Τσβάιχ. Ιδιαίτερη στήριξη στα χρόνια της εξορίας του στο Παρίσι είχε ο Βάις από τον Τόμας Μανν και τον Στέφαν Τσβάιχ. Το 1934 εκδόθηκε στην Οστράβα της Τσεχίας το μυθιστόρημά του Ο γιατρός της φυλακής ή Εκείνοι που δεν έχουν πατέρα, δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκε στο Άμστερνταμ από τον Κβερίντο το μυθιστόρημά του Ο φτωχός σπάταλος, το οποίο ο Βάις αφιέρωνε στον Στέφαν Τσβάιχ, και το 1938 εκδόθηκε στη Ζυρίχη από τον εκδοτικό οίκο Humanitas το μυθιστόρημά του Ο διαφθορέας, το οποίο αφιέρωνε στον Τόμας Μανν.

Στο Παρίσι ο Βάις είχε πιθανότατα επαφές με τον Γερμανοαμερικανό δημοσιογράφο και πολιτικό συγγραφέα Κόνραντ Χάιντεν, ο οποίος από τον Ιανουάριο του 1935 μέχρι τον Μάιο του 1940 ήταν επίσης αυτοεξόριστος στο Παρίσι και εργαζόταν ως αρχισυντάκτης στο Νέο Ημερολόγιο. Ο Χάιντεν είχε εκδώσει ήδη από το 1932 στον Ρόβολτ στο Βερολίνο το βιβλίο Ιστορία του εθνικοσοσιαλισμού. Η καριέρα μίας ιδέας και το 1934 στον εκδοτικό οίκο Ευρώπη στη Ζυρίχη τη Γέννηση του Τρίτου Ράιχ. Η ιστορία του εθνικοσοσιαλισμού μέχρι το 1933, ενώ στο Ζάαρμπρυκεν με το ψευδώνυμο Κλάους Μπρέντοβ την μπροσούρα για τη «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» με τον τίτλο Χίτλερ μαινόμενος. Η αιματηρή τραγωδία της 30ής Ιουνίου 1934. Δύο χρόνια αργότερα ο Χάιντεν εξέδωσε στη Ζυρίχη τον πρώτο τόμο της βιογραφίας του Χίτλερ, με τίτλο Αδόλφος Χίτλερ. Η εποχή της ανευθυνότητας. Μία βιογραφία και το 1937 τον δεύτερο τόμο, με τίτλο Αδόλφος Χίτλερ. Μία βιογραφία. Ένας άνδρας εναντίον της Ευρώπης.

Στις 18 Αυγούστου 1939 ο Βάις έγραφε στον γερμανόφωνο συγγραφέα της Πράγας Φραντς Καρλ Βάισκοπφ, ο οποίος τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς είχε ήδη διαφύγει στις ΗΠΑ με τη σύζυγό του, ότι το μυθιστόρημα που είχε καταθέσει στην «Αμερικανική Ένωση για την Ελευθερία του Γερμανικού Πολιτισμού» είχε λάβει καλές κριτικές και καθ’ υπόδειξη της Ένωσης είχε στείλει δύο αντίτυπα στην Επιτροπή της Ένωσης στο Λονδίνο, η οποία με τη σειρά της θα πρότεινε το χειρόγραφο σε κάποιους εκδότες, και συνέχιζε: «Το τρίτο αντίτυπο το έχει ο Κβερίντο, ο οποίος μέχρι τώρα τηρεί σιγή ιχθύος. Πρόκειται, όπως σας έχω ήδη μάλλον πει, για ένα μυθιστόρημα με γιατρούς (της Ψυχιατρικής), στο οποίο παίζει κάποιον ρόλο ο Χίτλερ· δεν είναι ο πρωταγωνιστής, αλλά κατά κάποιον τρόπο περιστρέφεται γύρω απ’ αυτόν. Δύσκολα νομίζω ένας εκδοτικός οίκος εδώ ή στην Ολλανδία θα βρει το θάρρος να βγάλει κάτι τέτοιο». Ένα από εκείνα τα δύο αντίτυπα θα έφτανε τελικά στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στον γερμανικό εκδοτικό οίκο Κραϊσελμάγερ στη Βαυαρία, και το μυθιστόρημα του Ερνστ Βάις Ο αυτόπτης μάρτυρας θα εκδιδόταν για πρώτη φορά 23 χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1963.4

Τον Ιανουάριο του 1940 ο Βάις έγραφε μεταξύ άλλων στον Βάισκοπφ και στη σύζυγό του: «Πολλές σκοτεινές ημέρες χωρίς ελπίδα – κι όμως μια μικρή ελπίδα, όχι για το άναρχο και άθλιο παρόν, αλλά για το μέλλον, που θα είναι απελευθερωμένο από την αβάσταχτη τυραννία των χιτλερικών νεοβαρβάρων. Δεν έχω κανένα νέο από τους φίλους μου, κάποιοι απ’ αυτούς είναι σε στρατόπεδα … Χαίρομαι για εσάς, διότι κάνετε μία αξιοζήλευτη ζωή. […] γράφετέ μου, σπάστε αυτόν τον φαύλο κύκλο της πνευματικής απομόνωσης, μπορεί να με σώσετε… […] Στην Τσεχοσλοβακία συμβαίνουν φρικτά, αποτρόπαια πράγματα, κι έχω την οικογένειά μου εκεί…». Και στις 10 Μαρτίου θα τους έγραφε: «Η κατάστασή μου είναι και παραμένει αρκετά σοβαρή, αλλά η υγεία μου είναι λίγο καλύτερα απ’ ό,τι τον χειμώνα, που ήταν μία εποχή γεμάτη σκοτεινιά και μέγιστη ένδεια και που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Εδώ δεν έχω φίλους και είμαι πολύ ευτυχισμένος που έχω βρεις εσάς τους δυο· γράφετέ μου πού και πού. Σας ευχαριστώ για τις καλές προθέσεις σας, να φροντίσετε να γίνει δεκτό ένα από τα μυθιστορήματά μου στην Αμερική. Όμως το έχω προσπαθήσει κι ο ίδιος πολλές φορές με τη βοήθεια του Στέφαν Τσβάιχ, ιδιαίτερα στον Βίκινγκ, ο μίστερ Χυμπς γνωρίζει πολύ καλά τον Γκέοργκ Λέταμ και – πιστεύω– κι άλλα από τα μυθιστορήματά μου – αλλά ουδέποτε είχε το θάρρος να δημοσιεύσει κάποιο απ’ αυτά στην Αμερική. Προ πάντων σας συγχαίρω που θέλετε και μπορείτε να συνεχίσετε την εργασία σας – για μένα μέχρι τώρα ήταν δυστυχώς αδύνατον, τα γεγονότα με συγκλονίζουν – η θλιβερή μοίρα του πολιτισμένου κόσμου είναι μία ανεξάντλητη πηγή παθών. Πιστεύω στο μέλλον της Γαλλίας, αλλά η απελευθέρωση του κόσμου από αυτά τα απολυταρχικά τέρατα δεν θα έρθει αύριο, και οι δυνάμεις μου λιγοστεύουν –».

Τρεις μήνες έπειτα από αυτή την επιστολή, στις 14 Ιουνίου 1940 τα στρατεύματα «των χιτλερικών νεοβαρβάρων» θα εισβάλουν πανηγυρικά στο Παρίσι, και ο γιατρός και συγγραφέας Ερνστ Βάις, κλεισμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, θα πιει δηλητήριο, θα μπει στην μπανιέρα και θα κόψει τις φλέβες του. Θα πεθάνει την επόμενη ημέρα στο κοντινό νοσοκομείο. Η βαλίτσα του με το ημερολόγιό του και άλλα αδημοσίευτα κείμενά του δεν βρέθηκε ποτέ. Το ίδιο ισχύει και για την ακριβή τοποθεσία της ταφής του.


Στις 22 Μαΐου 1939 ο Γερμανός συγγραφέας Ερνστ Τόλλερ, ένας από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης του 1918/19 και της Βαυαρικής Δημοκρατίας των Συμβουλίων, είχε κρεμαστεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στη Νέα Υόρκη. Στις 21 Ιουνίου 1940 ο Γερμανός συγγραφέας εβραϊκής καταγωγής Βάλτερ Χάζενκλεβερ θα πάρει Βερονάλ στο στρατόπεδο προσφύγων στην Αιξ-αν-Προβάνς, και θα πεθάνει την επόμενη ημέρα. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1940 ο Γερμανός και Εβραίος φιλόσοφος, κριτικός και μεταφραστής λογοτεχνίας Βάλτερ Μπένγιαμιν θα αυτοκτονήσει παίρνοντας υπερβολική δόση μορφίνης στην ισπανική μεθοριακή πόλη Πορτμπού. Στις 23 Φεβρουαρίου 1942 ο Αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ και η δεύτερη σύζυγός του Λόττε θα αυτοκτονήσουν με Βερονάλ στο σπίτι τους στην Πετρόπολις της Βραζιλίας.



[Το παραπάνω κείμενο αποτελεί εισαγωγή στο: Ερνστ Βάις Ο αυτόπτης μάρτυρας, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Εκδόσεις Σκαρίφημα, 2017.]  

Η αποστροφή

«Αυτό όχι, αυτό, παρακαλώ, όχι!», γράφει μεταξύ άλλων ο Φραντς Κάφκα στον εκδότη του, Κουρτ Βολφ, τον Οκτώβριο του 1915, όταν υποψιάζεται ότι ο Όττομαρ Στάρκε, ο καλλιτέχνης που έχει αναλάβει να φιλοτεχνήσει το εξώφυλλο της Μεταμόρφωσης, μπορεί να θελήσει να σχεδιάσει «το ίδιο το έντομο» [«das Insekt selbst»], και εξηγεί: «Δεν θέλω να περιορίσω το πεδίο της δικής του δικαιοδοσίας, αλλά απλώς να παρακαλέσω λόγω της καλύτερης φυσικά εκ μέρους μου γνώσης της ιστορίας. Το ίδιο το έντομο δεν μπορούμε να το σχεδιάσουμε. Δεν μπορούμε όμως ούτε καν μακρόθεν να το δείξουμε». Μία τέτοια παράκληση δεν θα μπορούσε να μη γίνει σεβαστή.


Έτσι, «το ίδιο το έντομο», εκείνο το «ungeheueren Ungeziefer» στην πρώτη πρόταση του πλέον δημοφιλούς έργου του Κάφκα, δυο λέξεις που δηλώνουν τη μεταμόρφωση του Γκρέγκορ [και στα Ελληνικά έχουν αποδοθεί ως «πελώρια μαμούνα» (Τ. Ανεμογιάννη, 1962), «πελόριο έντομο» (Θ. Σερμπίνι, 1981), «πελώρια κατσαρίδα» (Κ. Προκοπίου, 1982 – Β. Τομανάς, 1989), «πελώριο ζωύφιο» (Δ. Δήμου, 1996), «τεράστιο έντομο» (Μ. Ζαχαριάδου, 1996) και «τεράστιο παράσιτο» (Αλ. Κυπριώτης, 2005)] δεν θα απεικονιστεί στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της νουβέλας, και θα παραμείνει ουσιαστικά για πάντα, ακόμη και για τον γερμανόφωνο αναγνώστη, ένα μυστήριο, το οποίο θα πυροδοτήσει αμέτρητες συζητήσεις και αναλύσεις. Μάλιστα ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, έχοντας ένα ακόμη πλεονέκτημα, την ιδιότητα του εντομολόγου, και μελετώντας την περιγραφή που ακολουθούσε εκείνο το «monstrous insect» («τερατώδες έντομο») της αγγλικής μετάφρασης που είχε στη διάθεσή του, απέρριψε στην περίφημη διάλεξή του για τη Μεταμόρφωση την άποψη κάποιων σχολιαστών περί «κατσαρίδας» («cockroach») και υποστήριξε, στηριζόμενος σε δικά του σκίτσα, ότι ο Γκρέγκορ μεταμορφώθηκε σε «σκαθάρι» («beetle»).

Σε πείσμα του Ναμπόκοφ και πολλών άλλων, παρ’ όλ’ αυτά, η «πελώρια μαμούνα» θα μείνει μάλλον για πάντα χαραγμένη στη συλλογική αναγνωστική συνείδηση ως «κατσαρίδα», αποτελώντας τη μία εκ των δύο, τουλάχιστον, παρανοήσεων, με τις οποίες έχει περάσει ο Φραντς Κάφκα στην Ιστορία. (Η άλλη τον εμφανίζει ως έναν ιδιότροπο συγγραφέα, που ήθελε να καεί όλο το έργο του.)

Πέρα από την παράκληση του Κάφκα, να μην απεικονιστεί «το ίδιο το έντομο» στο εξώφυλλο, δεν γνωρίζουμε τι άλλο διαμηνύθηκε μεταξύ του συγγραφέα και του σκιτσογράφου. Το σκίτσο στο εξώφυλλο, με το οποίο κυκλοφόρησε Η μεταμόρφωση τελικά, είχε ως εξής: Μία εσωτερική δίφυλλη ξύλινη πόρτα, το αριστερό φύλλο της πόρτας, αν και ανοιχτό, εμποδίζει τη θέα προς το εσωτερικό του δωματίου, το οποίο είναι σκοτεινό. Έξω από την πόρτα, με έκδηλη την κίνηση απομάκρυνσης από το δωμάτιο, μία ανδρική φιγούρα, φορώντας μια ρόμπα, δεμένη με ζώνη στη μέση, και παντόφλες, με το δεξί πόδι να προπορεύεται στον βηματισμό και το αριστερό πόδι λίγο πιο πίσω και πλαγίως με σηκωμένη ελαφρώς τη φτέρνα, σαν να αποτελεί τον άξονα στήριξης της μικρής περιστροφής που έχει προηγηθεί, τον κορμό γυρτό προς τα εμπρός, με τις παλάμες των δυο χεριών να κρύβουν το πρόσωπο, κλείνοντας ίσως τα μάτια ή κρατώντας απλώς το κεφάλι με τα μαύρα μαλλιά.

Εκ πρώτης όψεως, ασφαλώς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το πολύ ωραίο σκίτσο του Στάρκε παραπέμπει σε μία δραματική σκηνή της Μεταμόρφωσης. Ωστόσο, τη συγκεκριμένη σκηνή ο αναγνώστης δεν θα τη συναντήσει στη νουβέλα. Πρόκειται άραγε για μία επιπόλαιη ανάγνωση της νουβέλας εκ μέρους του εικονογράφου ή μήπως για κακή συνεννόηση μεταξύ συγγραφέα και εικονογράφου; Μήπως ο Κάφκα, φοβούμενος ότι οποιαδήποτε περαιτέρω διαφωνία του θα μπορούσε να οδηγήσει στο προφανές, ήταν έτοιμος να αποδεχθεί οτιδήποτε άλλο πέρα από «το ίδιο το έντομο»; Ή μήπως ο Στάρκε έγινε τελικά κοινωνός «της καλύτερης φυσικά» εκ μέρους του συγγραφέα «γνώσης της ιστορίας» και το σκίτσο του ήταν ένα κλείσιμο του ματιού, πρωτίστως στον συγγραφέα της;

Το καινούργιο της Μεταμόρφωσης, η διαχρονικά ρηξικέλευθη ουσία της, η οποία αυτομάτως την καθιστά ένα αλησμόνητο ανάγνωσμα, δεν έγκειται στην πρόδηλη και εκπεφρασμένη ήδη στην πρώτη πρόταση της νουβέλας μεταμόρφωση του Γκρέγκορ, είτε πρόκειται για μεταμόρφωση γενομένη στη σφαίρα του φανταστικού είτε για εφιαλτική κατασκευή στη σφαίρα του πραγματικού. Η μεταμόρφωση του Γκρέγκορ είναι το έναυσμα για την ουσιαστική μεταμόρφωση των μελών της οικογένειας του Γκρέγκορ, η οποία θα εξελιχθεί κωμικοτραγικά, βασανιστικά και ρεαλιστικά μέχρι το τέλος της νουβέλας. Ενώ ο Γκρέγκορ ξυπνά «μεταμορφωμένος» στην πρώτη πρόταση της νουβέλας, ο πατέρας του, η μητέρα του και η πολυαγαπημένη αδελφή του μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Ο Κάφκα αφηγείται την αποδόμηση της αγίας οικογένειας στον δυτικό πολιτισμό.

Ο στυλοβάτης του σπιτιού είναι το θύμα και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του οι εκμεταλλευτές του. Με τον Γκρέγκορ ανίκανο να δουλέψει, η οικογένεια νοικιάζει ένα δωμάτιο του σπιτιού και η αδελφή του θα κληθεί κάποια στιγμή να παίξει βιολί, για να ψυχαγωγήσει τους κυρίους νοικάρηδες. Αλλοτριωμένη θα πει αργότερα: «Όταν είν’ αναγκασμένος κανείς να δουλεύει τόσο πολύ, όπως όλοι εμείς, δεν μπορεί να αντέξει και στο σπίτι αυτό το αιώνιο μαρτύριο. Ούτε κι εγώ μπορώ πια».

Είναι αλήθεια ότι ο Κάφκα είχε βαθιά γνώση των συνθηκών εργασίας. Το καλοκαίρι του 1909, όντας υπάλληλος στο «Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων για το Βασίλειο της Βοημίας στην Πράγα» έγραφε στον Μπροντ: «Στις τέσσερεις περιφέρειές μου εμπίπτουν – πέρα απ’ τις υπόλοιπες εργασίες μου – άνθρωποι που πέφτουνε σαν μεθυσμένοι κάτω απ’ τις σκαλωσιές, μέσα στις μηχανές, όλα τα μαδέρια παλαντζάρουνε κι ανατρέπονται, τα πρανή αναχώματα υποχωρούνε, όλες οι σκάλες γλιστράνε, ό,τι δίνεις προς τα πάνω γκρεμίζεται κάτω, ό,τι δίνεις προς τα κάτω σε παίρνει μαζί του και γκρεμίζεσαι κι εσύ. Και σε πιάνει πονοκέφαλος μ’ εκείνες τις νεαρές κοπέλες στα εργοστάσια πορσελάνης, που σωριάζονται ασταμάτητα με πύργους από πιατικά πάνω στα σκαλοπάτια». Ο Γκρέγκορ πέφτει στον βωμό της εκμετάλλευσης και του κέρδους, πέφτει αργά και βασανιστικά, αλλά καλή τη πίστει και συνοδεία οικογενειακών αναστεναγμών, οδυρμών και ιαχών. Ένα εξιλαστήριο θύμα σε εποχή κρίσης.

Το σκίτσο του Στάρκε σε εκείνο το πρώτο εξώφυλλο θα μπορούσε να απεικονίζει την αποστροφή του Γκρέγκορ για την εφιαλτική μεταμόρφωση των δικών του ανθρώπων, την οδύνη του μετά το ξύπνημα από έναν εφιάλτη, που του αποκάλυψε το δυνάμει πραγματικό πρόσωπό τους. Αλλά θα μπορούσε να απεικονίζει και τον ίδιο τον συγγραφέα, που αποστρέφει το βλέμμα του στη θέα της αιώνιας απειλής που του φανέρωσε άλλο ένα «ολοκληρωτικό άνοιγμα του σώματος και της ψυχής» του.



[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2014 στο περιοδικό ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, τεύχος 201-202.]

Δεν είναι κείμενο για τον Τόμας Μπέρνχαρντ αυτό...


Τα νέα παλαιά ήθη επιστρέφουν. Τρυπώνουν πολιτισμένα, στα μουλωχτά, κι ύστερα στρογγυλοκάθονται. Σιγά σιγά θα τα συνηθίσουμε, σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, και όταν αρθεί η απαγόρευση κυκλοφορίας και η επαφή μας με τη νέα κανονικότητα, που θα ’ναι ακόμα πιο κανονική απ’ ό,τι φοβόμασταν, μπορεί να μας ξενίζει, θα έχουμε μάλλον εξοικειωθεί ακόμη πιο πολύ με τους αυτόκλητους φύλακες και προστάτες μεταξύ άλλων και των χρηστών ηθών.

Την αρχή την έκανε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, η οποία με αφορμή την απαγόρευση κυκλοφορίας και το «Μένουμε σπίτι» πρόσφερε γενναιόδωρα μέσω του youtube κάποιες από τις μαγνητοσκοπημένες θεατρικές παραστάσεις της, οι οποίες μάλιστα θα μείνουν διαθέσιμες για πάντα.

Έτσι, στην παράσταση «Ρομπ» του Ευθύμη Φιλίππου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, την οποία μπορεί να δει οποιοσδήποτε, σε κάποιες σκηνές τα γυμνά στήθη των ηθοποιών καλύπτονται με εφέ θολώματος. Τα γυμνά στήθη των γυναικών φυσικά, όχι των ανδρών.

Με την παράσταση «Κοκκινοσκουφίτσα – Το πρώτο αίμα» της Λένας Κιτσοπούλου συμβαίνει κάτι άλλο. Στις πληροφορίες της συγκεκριμένης παράστασης υπάρχει η σημείωση «Βίντεο ακατάλληλο για ανηλίκους (κατόπιν αιτήματος του χρήστη που το ανέβασε)». Κατ’ επέκταση οποιοσδήποτε προσπαθήσει να δει τη συγκεκριμένη παράσταση χωρίς να έχει προηγουμένως συνδεθεί στον λογαριασμό του στο youtube βλέπει μια μαύρη οθόνη που λέει: «Συνδεθείτε για να επιβεβαιώσετε την ηλικία σας» και από κάτω «Αυτό το βίντεο ενδέχεται να είναι ακατάλληλο για ορισμένους χρήστες». Αφού συνδεθεί ως ενήλικος κανείς θα συνειδητοποιήσει ότι η επιβεβαίωση ηλικίας επιβλήθηκε λόγω της γλώσσας του έργου και θα δει πάλι το εφέ θολώματος στη σκηνή αυνανισμού του κυνηγού.

Εντάξει το γυμνό είναι γυμνό, πώς να το κάνουμε; Το κατάπιαμε αμάσητο αυτό. Και στο κάτω κάτω το Ίδρυμα Ωνάση παρέδωσε, όπως είδαμε, στον πρωθυπουργό, «στην ελληνική κυβέρνηση, στον ελληνικό λαό, στο εθνικό σύστημα υγείας δεκατριάμισι εκατομμύρια μάσκες μ’ ένα συνολικό κόστος 7,750 εκατομμύρια ευρώ», όπως ακούσαμε αυτολεξεί στο σχετικό βίντεο.

Υπάρχουν όμως και βασιλικότεροι του βασιλέως. Αν και μικρότερου μπάτζετ και βεληνεκούς, πάντοτε βέβαια από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο χάρτης, ένα μηνιαίο ηλεκτρονικό περιοδικό Λόγου και Τέχνης, με την ίδια αφορμή, την απαγόρευση κυκλοφορίας και το «Μένουμε σπίτι», προσκαλεί συνεργάτες και φίλους του να κάνουν ένα βίντεο διαβάζοντας ένα αγαπημένο κείμενό τους και να το μοιραστούν με το κοινό του περιοδικού στο facebook. Την επιμέλεια αυτής της πρωτοβουλίας έχει αναλάβει εκ μέρους του περιοδικού ο Αχιλλέας Κυριακίδης, γνωστός και βραβευμένος συγγραφέας, μεταφραστής και κινηματογραφιστής.

Τυχαία, επειδή ούτε συνεργάτης ούτε φίλος του συγκεκριμένου περιοδικού είμαι, έχω δει κάποια βίντεο που έχουν ανεβάσει κάποιοι «φίλοι» μου στο facebook, συνεργάτες ή φίλοι του περιοδικού.

Έτσι είδα και το βίντεο που έκανε η συγγραφέας και θεατρολόγος Μιράντα Βατικιώτη, η οποία επέλεξε να διαβάσει το κείμενο «Μια επιστολή για εντελώς προσωπική χρήση» του Τάσου Λειβαδίτη. Η έκπληξη που με περίμενε αυτή τη φορά ήταν χειρότερη από το εφέ θολώματος στις παραστάσεις της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Γιατί στο κλείσιμο της προτελευταίας πρότασης του κειμένου έχει προστεθεί ένας ενοχλητικός λογοκριτικός ήχος που σκεπάζει τη φωνή της συγγραφέως-αναγνώστριας. Έτσι απλά. Με ένα λογοκριτικό μπιπ, σαν κι αυτά στα οποία μας έχουν συνηθίσει τα ιδιωτικά κανάλια τηλεόρασης στα φτηνά σίριαλ. Ένα λογοκριτικό μπιπ και το «άντε γαμηθείτε, ρε πούστηδες!» του Τάσου Λειβαδίτη δεν ακούγεται. Και δεν ακούγεται γιατί μέσα στη σοφία του κάποιος άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών αποφάσισε μόνος του ή έπειτα από σύσκεψη με άλλους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών ότι ως φορέας πολιτισμού έχει το δικαίωμα να ανεβάζει στο facebook ό,τι γουστάρει λογοκριμένο. Κι ας είναι Τάσος Λειβαδίτης. Έτσι απλά, χωρίς ιστορική μνήμη αλλά με έντονη κοινωνική ευαισθησία. 

Και μάλιστα το βίντεο με αυτόν τον λογοκριμένο πια Τάσο Λειβαδίτη πήρε φυσικά κάποια «Μου αρέσει» και «Τέλειο» και στη σελίδα του περιοδικού και στο προφίλ του επιμελητή και στο προφίλ της συγγραφέως-αναγνώστριας και όπου αλλού κοινοποιήθηκε. Χωρίς να ενοχληθεί κανένας από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών.

Βέβαια, όσον αφορά τη λογοκρισία δεν ξεχνώ δυο πράγματα που έχω μάθει από δύο φίλους Ιρανούς, που ξέρουν πολύ καλά τι θα πει λογοκρισία. Ο ένας μού είχε πει ότι όσο πιο καινούργιος είναι στην υπηρεσία της λογοκρισίας ο υπάλληλος, τόσο πιο άκαμπτος και αυστηρός είναι. Και ο άλλος ότι η κυβέρνηση, γιατί στη χώρα του η λογοκρισία είναι κρατική, είναι υπερήφανη για τη λογοκρισία, γιατί προφυλάσσει τον λαό απ’ τη διαφθορά.



Υ.Γ. Σε καμία περίπτωση δεν εξισώνεται το έργο, η σπουδαιότητα και ο συμβολισμός του Τάσου Λειβαδίτη με το έργο του Ευθύμη Φιλίππου, του Δημήτρη Καραντζά και της Λένας Κιτσοπούλου.

Με την Τζέννυ Έρπενμπεκ στο Βερολίνο

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που συναντιόμαστε με την Τζέννυ Έρπενμπεκ αφορμή είναι κάποιο έργο της, και τις περισσότερες φορές η ενασχόλησή μου με τη μετάφραση κάποιου συγκεκριμένου έργου της. Αυτή τη φορά, λίγο πριν έρθει εκείνη στην Αθήνα για την παρουσίαση του μυθιστορήματός της Η συντέλεια του κόσμου, έχω έρθει εγώ στο Βερολίνο με μία υποτροφία για τη μετάφραση του μυθιστορήματός της Περαστικοί, που θα κυκλοφορήσει μέσα στη χρονιά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Κάθε φορά, όμως, οι συναντήσεις μας δεν έχουν να κάνουν τόσο πολύ με την αφορμή τους τελικά.


Έτσι είναι και αυτή τη φορά, έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια γνωριμίας πια και μιας πολύ καλής φιλικής σχέσης και λίγο παραπάνω από έναν χρόνο μετά την τελευταία συνάντησή μας, στο Αννόβερο πέρυσι τον Απρίλιο, για την πρεμιέρα της όπερας Λωτ του Τζόρτζο Μπατιστέλι που ανέβηκε σε δικό της λιμπρέτο.


Στις συναντήσεις μας, λοιπόν, οι ιδιότητες της συγγραφέως και του μεταφραστή της περνούν κατά κάποιο τρόπο, φαινομενικά, πια σε δεύτερη μοίρα. Πάντα αρχίζουμε να μιλάμε για τα νέα της προσωπικής και οικογενειακής μας ζωής, συνεχίζουμε με τα νέα των φίλων της, που έχω γνωρίσει, και των δικών μου φίλων, που έχει γνωρίσει εκείνη, και κάποια στιγμή φτάνουμε βέβαια και στην πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, τη Γερμανία και την Ευρώπη.


Μιλάμε φυσικά και για την καθημερινότητά μας, και έτσι πάντα επανερχόμαστε και στα θέματα της δουλειάς μας, στο τι γράφει εκείνη, τι μεταφράζω εγώ, στο τι διαβάζουμε ή τι έχουμε διαβάσει από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, στον ελεύθερο χρόνο που μας λείπει και σε οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς ότι συζητάνε δυο άνθρωποι που έχουν να ιδωθούν αρκετό καιρό. Και φυσικά πάντα προκύπτουν και κάποιες αναφορές στο παρελθόν, σε αναμνήσεις, και με έναν τέτοιο τρόπο έρχονται και πάλι οι συνδέσεις με τα έργα της.


Αυτή τη φορά, παρ' όλ' αυτά, η επίσκεψή μου στο Βερολίνο συνέπεσε με μία πολύ ιδιαίτερη λογοτεχνική εκδήλωση, μία συνδιοργάνωση της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου και του Λογοτεχνικού Φόρουμ στο Σπίτι του Μπρεχτ, την Ώρα των πνευμάτων, η οποία διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά, στις 9 Ιουνίου, από τις 9 μέχρι τις 10 το βράδυ, στο κοιμητήριο Ντοροτέεν στο Βερολίνο, όπου βρίσκεται και ο τάφος του Μπρεχτ και της Βάιγκελ.


Στη διοργάνωση αυτή γνωστοί συγγραφείς, επιστήμονες και ηθοποιοί διάβασαν για μια ώρα αποσπάσματα από έργα εκλιπόντων συγγραφέων, καλλιτεχνών, επιστημόνων και πολιτικών πάνω από τον τάφο τους, με τη συνοδεία σαξοφώνου. Κάποιοι απ' τους αναγνώστες ήταν ο Χόλγκερ Τέσκε, που διάβασε Μπρεχτ, ο Ντουρς Γκρύνμπαϊν, που διάβασε Τόμας Μπρας, ο Κλέμενς Μάγερ, που διάβασε Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ, η Στέφι Κύνερτ, που διάβασε Άννα Ζέγκερς, η Κίρστεν Μπλοκ, που διάβασε Κρίστα Βολφ. Ανάμεσά τους και η Τζέννυ Έρπενμπεκ, που διάβασε Χέντα Τσίννερ.


Η δική μου η παρουσία εκεί δεν είχε ουσιαστικά κάποιο κίνητρο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος και γι' αυτόν τον λόγο δεν περιφέρθηκα από τον έναν τάφο στον άλλον, όπως έκανε ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Έμεινα από την αρχή ως το τέλος στον τάφο της Χέντα Τσίννερ, ακούγοντας την εγγονή της να διαβάζει αποσπάσματα από βιβλία της. Τα αποσπάσματα που διάβασε η Τζέννυ Έρπενμπεκ ήταν κυρίως από την αυτοβιογραφία της Χέντα Τσίννερ και αναφέρονταν στην εποχή που ήταν αυτοεξόριστη στη Μόσχα, τη δεκαετία του '30. Έτσι τελικά έγινε μια ιδιαίτερη εμπειρία που είχε και λογοτεχνικό ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί άκουσα κάποιες πληροφορίες για το παρελθόν και τις καταβολές μιας συγγραφέως που έχω την τύχη να μεταφράζω αλλά και γιατί συνειδητοποίησα πόσο αριστοτεχνικά είχε επεξεργαστεί η ίδια τελικά αυτό το υλικό, όταν το χρησιμοποίησε για το τρίτο βιβλίο του μυθιστορήματός της Η συντέλεια του κόσμου, προικίζοντας την ηρωίδα της με κάποια περιστατικά από τη ζωή της γιαγιάς της.


[Πρωτοδημοσιεύτηκε στη σελίδα των Εκδόσεων Καστανιώτη στο Facebook στις 22 Ιουνίου 2018]


Περί μετάφρασης...


[Ομιλία στην 3η Ημερίδα μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ στις 18 Οκτωβρίου 2019]


Σας ευχαριστώ πολύ για την τιμητική πρόσκληση που μου κάνατε, να συμμετάσχω στην ημερίδα σας, την οποία φυσικά αποδέχτηκα με μεγάλη μου χαρά, 25 χρόνια μετά τη συγγραφή της διπλωματικής εργασίας μου στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας.


Χαίρομαι πολύ που βλέπω σήμερα πρόσωπα από το παρελθόν, που έχουν συμβάλει με τον δικό τους τρόπο, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ίσως φαντάζονται, στη μετέπειτα πορεία μου. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, μία ξεχωριστή αναφορά στον καθηγητή Κλάους Μπέτσεν, στο γραφείο του οποίου, an seinem Schreibtisch, για να γίνω πλήρως κατανοητός, έχω την τύχη να δουλεύω πολλά χρόνια τώρα, περιτριγυρισμένος από τα βιβλία του.


Η αλήθεια είναι ότι τότε, το 1994, από φόβο μάλλον θυμάμαι να έρθω αντιμέτωπος με μία διπλωματική εργασία στην επιστήμη της λογοτεχνίας υπό τον δόκτορα Κλάους Μπέτσεν, του οποίου είχα παρακολουθήσει όλα τα μαθήματα στο Hauptstudium, είχα απευθυνθεί στον κ. Σκουτερόπουλο για να κάνω διπλωματική εργασία στην επιστήμη της μετάφρασης. Η αλήθεια είναι ότι όταν του απευθύνθηκα είχα ήδη γράψει την εισαγωγή της εργασίας μου, μια μάλλον λογοτεχνική παρά επιστημονική εισαγωγή, και είχα ήδη κάνει μια μικρή έρευνα, συγκεντρώνοντας τους συνειρμούς Ελλήνων και Γερμανών φίλων και γνωστών στο άκουσμα της λέξης «γαλάζιο» και «blau» αντίστοιχα, γιατί σχεδίαζα στη διπλωματική εργασία μου να ασχοληθώ με τη συλλογή του Georg Trakl Sebastian im Traum στη μετάφραση της Έλενας Νούσια Ο Σεμπάστιαν στο όνειρο, και στη συλλογή αυτή επανέρχεται το «blau» και παράγωγά του. Όλα αυτά, βέβαια, δεν πρόλαβα καν να τα πω στον κ. Σκουτερόπουλο, ο οποίος δικαίως μου είπε ότι δεν με γνωρίζει, ότι δεν γνωρίζει τη δουλειά μου ουσιαστικά, και θα έπρεπε να παρακολουθήσω κάποια μαθήματά του πρώτα. Εγώ είχα τελειώσει με τα μαθήματα του Hauptstudium, οπότε έπρεπε να αντιμετωπίσω τον φόβο μου.


Πράγματι έπειτα από μια δυο εβδομάδες, αν θυμάμαι καλά, συνάντησα τον καθηγητή Κλάους Μπέτσεν, στον 7ο όροφο, του είπα με μία πρόταση τι ακριβώς είχα στο μυαλό μου, εκφράζοντάς το η αλήθεια με μία μάλλον αστεία διατύπωση, για να εισπράξω ένα εξαιρετικό, εγκάρδιο, ηχηρό γέλιο από τον δόκτορα Μπέτσεν, ο οποίος όταν σταμάτησε να γελάει, κάθισε, ήμασταν όρθιοι έξω από τα γραφεία, κάθισε λοιπόν σε έναν πάγκο εκεί στον 7ο όροφο, και μου είπε: Αν μπορέσεις να μου το αποδείξεις, είμαι σύμφωνος. Η διατύπωση που είχε προκαλέσει το γέλιο του αείμνηστου καθηγητή ήταν ότι θέλω να αποδείξω ότι ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ του Τόμας Μανν είναι ένας γερασμένος Βέρθερος. Όταν πια αρκετούς μήνες αργότερα το είχα αποδείξει και γύρισα στο σπίτι μου έπειτα από την τελευταία συνάντηση στο πανεπιστήμιο με τον καθηγητή Κλάους Μπέτσεν, άρχισα να έχω τύψεις, γιατί με την εργασία μου είχα κατά κάποιο τρόπο προδώσει τον Βέρθερο, τη λογοτεχνική φιγούρα του Βέρθερου φυσικά. Έτσι μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα θεατρικό έργο, και εκείνο το θεατρικό έργο έπρεπε να αρχίζει με την τελευταία σελίδα από τα Πάθη του νεαρού Βέρθερου, τα οποία τότε, το 1994, δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα στη μετάφραση της Στέλλας Νικολούδη. Πολλά χρόνια αργότερα βέβαια έπεσε στα χέρια μου μία έκδοση που τότε αγνοούσα, μία έκδοση του 1922 σε μετάφραση Ι. Αρέτα. Έτσι, ουσιαστικά η πρώτη μου μετάφραση ήταν η τελευταία σελίδα από τα Πάθη του νεαρού Βέρθερου.


Και η μετάφραση εκείνη προέκυψε πραγματικά από την ανάγκη μου να χρησιμοποιήσω εκείνο το κείμενο, ώστε να καταφέρω να πω αυτό που ήθελα να πω. Ήταν μία καθαρά προσωπική υπόθεση. Η οποία ωστόσο θεωρούσα, ή μάλλον ήλπιζα, ότι μπορεί να αφορά και άλλους.


Πραγματικά μέχρι σήμερα, τόσο χρόνια μετά, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια αν έφτασα στη μετάφραση μέσω της συγγραφής ή αν έφτασα στη συγγραφή μέσω της μετάφρασης. Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει πολύ περισσότερες ώρες στη ζωή μου απ’ ό,τι έχω γράψει.


Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι ακόμα και σήμερα η μετάφραση αποτελεί για μένα πάντα προσωπική υπόθεση. Η οποία ευτυχώς, τώρα μπορώ να πω ότι το ξέρω, αφορά και άλλους. Πολλούς ή λίγους δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία, κανένα από τα βιβλία που έχω μεταφράσει δεν έχει γίνει αυτό που λέμε μπεστ σέλερ, και ούτε νομίζω ότι και θα γίνει ποτέ, εν πάση περιπτώσει δεν θα γίνει ποτέ αυτό για μένα κριτήριο για την επιλογή ενός βιβλίου προς μετάφραση.


Τώρα, ως προσωπική υπόθεση, η μετάφραση απαιτεί ειλικρίνεια. Όχι ότι δεν μπορεί να γίνει χωρίς ειλικρίνεια, αλλά όταν γίνεται χωρίς ειλικρίνεια έχει την τύχη που λίγο πολύ έχουν οι προσωπικές μας υποθέσεις όταν δεν τις αντιμετωπίζουμε με ειλικρίνεια. Ή γίνονται αδιέξοδες ή κάποια στιγμή καταρρέουν. Μέχρι τότε μπορούμε να έχουμε κοροϊδέψει πολλούς άλλους εκτός από τον εαυτό μας.


Τι ακριβώς σημαίνει ειλικρίνεια στη μετάφραση; Πολύ απλά θα έλεγα ότι σημαίνει ακριβώς ότι πριν προσπαθήσω να πείσω τους άλλους, πρέπει να έχω πειστεί εγώ ο ίδιος. Αν δεν έχω πειστεί εγώ ο ίδιος, και παρ’ όλ’ αυτά προσπαθώ να πείσω τους άλλους, αφ’ ενός αυτή η πρακτική δεν είναι ειλικρινής και αφ’ ετέρου ακόμη και αν πείσω κάποιους απ’ αυτούς, ξέρω ότι η πειθώ αυτή είναι μετέωρη και επί της ουσίας βασίζεται στην ευπιστία ή και στην άγνοια των άλλων.


Ως προσωπική υπόθεση επίσης, η μετάφραση έχει πάντα να κάνει τουλάχιστον με έναν άλλον. Υπό αυτή την έννοια η μετάφραση δεν είναι δυνατόν ποτέ να ομφαλοσκοπεί. Όταν ομφαλοσκοπεί χάνει τη σύνδεσή της με τον άλλον, οπότε αργά ή γρήγορα γίνεται πάλι αδιέξοδη ή καταρρέει, χάνοντας την ουσία της.


Ποιος είναι αυτός ο άλλος; Είναι ο αναγνώστης που δεν μπορεί να καταλάβει το πρωτότυπο; Σίγουρα όχι, αυτό το έχει ξεκαθαρίσει πολλά χρόνια πριν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο Die Aufgabe des Übersetzers. Είναι ο συγγραφέας του πρωτοτύπου; Θεωρώ πως όχι. Ακόμη και σε περιπτώσεις αυτοβιογραφίας, όπως ήταν για παράδειγμα η αυτοβιογραφία του Μαρσέλ-Ράιχ Ρανίτσκι με τον τίτλο Η ζωή μου / Mein Leben, που είχα τη χαρά να μεταφράσω, ο άλλος με τον οποίο έχει να κάνει η μετάφραση δεν είναι ο συγγραφέας της εκάστοτε αυτοβιογραφίας, αλλά η φωνή που έχει επιλέξει ο συγγραφέας να ακούγεται.


Με την ίδια έννοια θα πρέπει να πω ότι και εγώ τώρα δεν είμαι εγώ, αλλά η φωνή που εγώ έχω επιλέξει να ακουστεί εδώ. Και δεν είναι κάτι πρωτότυπο αυτό που λέω, ούτως ή άλλως ο Λουίτζι Πιραντέλλο το έχει καταθέσει πολλά χρόνια πριν στο Ένας, κανένας κι εκατό χιλιάδες. Ήμουν άλλος πριν από 2 ώρες στο σπίτι μου, είμαι άλλος εδώ τώρα και άλλος θα είμαι στο διάλειμμα, άλλος θα είμαι όταν μιλήσω με έναν φίλο μου, και άλλος όταν ενδεχομένως θα μιλήσω με κάποιον από τους γονείς μου, και προφανώς το ποιος θα είμαι τότε θα έχει να κάνει με το με ποιον από τους δύο θα μιλήσω. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί από μόνο του την ειλικρίνεια της κάθε φωνής που κάθε φορά ακούγεται.


Έτσι, η μετάφραση ενός βιβλίου του Κάφκα, δεν έχει να κάνει με τον Κάφκα, αλλά με την εκάστοτε φωνή που έχει επιλέξει ο Κάφκα να ακούγεται σε κάθε βιβλίο του που επιλέγουμε να μεταφράσουμε. Και πολύ απλά θα πω ότι άλλη φωνή ακούγεται στην Επιστολή προς τον πατέρα, άλλες φωνές ακούγονται στη Μεταμόρφωση, άλλη φωνή ακούγεται στα γράμματα στη Φελίτσε και άλλη φωνή στη Δίκη ή στα Ημερολόγιά του. Και επειδή η περίπτωση του Κάφκα είναι ιδιαίτερη, θα πω ότι άλλες φωνές ακούγονται στους Περαστικούς της Τζέννυ Έρπενμπεκ, άλλες φωνές στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού και άλλες φωνές στη Συντέλεια του κόσμου. Το καλοκαίρι ολοκλήρωσα τη μετάφραση της συλλογής διηγημάτων της Καταρίνα Μπέντιξεν με τον τίτλο Der Wihiskyflaschenbaum / Το δέντρο με τα μπουκάλια του ουίσκι, 21 διηγήματα με πολλές, διαφορετικές φωνές.


Μιλάω για φωνές, γιατί δεν είναι πάντα, ή ίσως μόνο σπάνια είναι, μία η φωνή που ακούγεται σε ένα βιβλίο. Ακόμη και σε αποκλειστικά πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, ακούγονται κάποιες φορές έμμεσα κάποιες τρίτες φωνές.


Με αυτές τις φωνές έχει να κάνει η μετάφραση και αυτές τις φωνές καλείται πρώτ’ απ’ όλα να ακούσει ο μεταφραστής. Και ίσως σ’ αυτή τη διαφορετικότητα των φωνών κάθε φορά έγκειται και το ότι όσα βιβλία του ίδιου συγγραφέα και να έχει μεταφράσει κανείς, η δουλειά του μεταφραστή ποτέ δεν γίνεται πιο εύκολη στην ουσία της. Ασφαλώς είναι μια δουλειά, κατά την οποία συνεχώς μαθαίνεις, είναι μία διά βίου μάθηση, θα μπορούσα να πω, αλλά δεν φτάνεις ποτέ σ’ ένα σημείο, στο οποίο να μπορείς να πεις ότι θα χρησιμοποιήσεις ό,τι έχεις μάθει, χωρίς να χρειαστεί να μάθεις κάτι καινούργιο.


Και αυτό το καινούργιο, κάθε φορά, αρχίζει με το άκουσμα της νέας φωνής, με την οποία έχεις να δουλέψεις, και την οποία θα πρέπει να μεταφέρεις στη γλώσσα σου, για να ακουστεί εκ νέου.


Ποιος μιλάει; Είναι δική του η φωνή που ακούγεται ή είναι η φωνή κάποιου άλλου, την οποία μεταφέρει; Πού και πότε μιλάει; Σε ποιον μιλάει; Τι ακριβώς λέει και γιατί λέει ό,τι λέει; Τι ενδεχομένως αποκρύπτει αρχικά και τι αποκαλύπτει στη συνέχεια; Γιατί αποκρύπτει ό,τι αποκρύπτει και πώς φτάνει να αποκαλύψει ό,τι αποκαλύπτει; Ποια είναι η ένταση της φωνής του όταν μιλάει; Έχει διακυμάνσεις η ένταση της φωνής του; Ψιθυρίζει; Φωνάζει; Παραληρεί;


Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που καλείται ν’ απαντήσει ένας μεταφραστής. Εν συντομία θα έλεγα ότι απλώς καλείται να ακούσει την αλήθεια της άλλης φωνής. Τη δική της αλήθεια. Δεν καλείται να ντύσει την αλήθεια της φωνής που ακούει με τη δική του αλήθεια.


Ο μεταφραστής οφείλει, λοιπόν, κάθε φορά να ξεπεράσει τα όρια, τα σύνορα της δικής του αλήθειας και της δικής του γλώσσας. Γι’ αυτό ακριβώς θεωρώ ότι στην πράξη η μετάφραση είναι επαναστατική διαδικασία. Ο συντηρητισμός δεν της ταιριάζει. Καταργεί σύνορα, διαχωριστικά τείχη και χώρους Σένγκεν. Αυτό το συνειδητοποίησα ιδιαίτερα τα τελευταία 2 χρόνια κατά τη συνεργασία μου με τον Ιρανό ποιητή Μοχαμμάντ Χεμματί, του οποίου η πρώτη ποιητική συλλογή θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο σε δίγλωσση περσική και ελληνική έκδοση με τον τίτλο Γκαβαρέ / Η κούνια.


Και για να επιστρέψω στη μετάφραση ως προσωπική υπόθεση, σχηματικά θα πω ότι ο μεταφραστής οφείλει να καλωσορίζει αυτή την άλλη φωνή, ν’ ανοίγει ολόψυχα την αγκαλιά του και να την υποδέχεται με τρυφερότητα, αγάπη και σεβασμό, τιμώντας την και όχι πνίγοντάς την. Το ότι ο σεβασμός και η αγάπη για τον άλλον προϋποθέτουν τον αυτοσεβασμό και την αγάπη για τον εαυτό είναι ασφαλώς κοινός τόπος. Ένα σφιχταγκάλιασμα είναι, λοιπόν, κάθε φορά η δουλειά του μεταφραστή. Ένα σφιχταγκάλιασμα στο οποίο παραμένουν ισότιμα διακριτοί οι δύο που αγκαλιάζονται. Ένα σφιχταγκάλιασμα, που όταν πια λύνεται στις δύο αυθύπαρκτες οντότητες που το δημιούργησαν, τις έχει μεν κάνει πιο πλούσιες απ’ ό,τι ήταν, αλλά ο πλούτος αυτός δεν είναι απτός, και σίγουρα δεν εξαργυρώνεται, δεν είναι αγοραίος.



Παρ’ όλ’ αυτά, το έργο του μεταφραστή πωλείται, ο μεταφραστής ζει και εργάζεται σε μια αγορά. Συνεπώς χρειάζεται έναν εξοπλισμό, χρειάζεται βιβλία, λεξικά, ηλεκτρονικό υπολογιστή, προγράμματα και εφαρμογές, εκτυπωτή, χαρτί, μελάνια, πρόσβαση στο διαδίκτυο, ενδεχομένως κάποιες συνδρομές σε περιοδικά ή διαδικτυακά πόρταλ. Πρέπει να πληρώνει την ασφάλισή του, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θέρμανση, το νερό και το φαγητό του. Πρέπει να παρακολουθεί γενικότερα τον πολιτισμό της χώρας στη γλώσσα της οποίας μεταφράζει, αλλά και τον πολιτισμό της χώρας από της οποίας τη γλώσσα μεταφράζει. Πρέπει να έχει την ευχέρεια πού και πού να ταξιδεύει στην ξένη χώρα, για να του γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερο ξένη η χώρα αυτή. Να συναντά συναδέλφους από τη χώρα του και από άλλες χώρες, για να ανταλλάσσει εμπειρίες, και να μην μένει απομονωμένος στο προσωπικό του γραφείο.


Ο αυτοσεβασμός που ανέφερα πριν εμπεριέχει ασφαλώς και την κάλυψη αυτών των αναγκών ή και πολυτελειών για κάποιους. Και καλό θα ήταν να το έχουμε στο μυαλό μας αυτό όσοι θέλουμε να ασχολούμαστε με τη μετάφραση. Θα πρέπει κάποια στιγμή να πάψει η μετάφραση να αποτελεί πάρεργο για τους περισσότερους από εμάς. Μπορεί να μην είμαστε μισθωτοί εργαζόμενοι οι μεταφραστές, αλλά γνωρίζουμε κι εμείς ούτως ή άλλως ότι η αμοιβή μας θα πρέπει τουλάχιστον να μας δίνει τη δυνατότητα να ξυπνάμε κάθε πρωί και να είμαστε σε θέση, να έχουμε τις δυνάμεις, να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, έτσι όπως το έχει αναλύσει πριν από πολλά χρόνια ο Μαρξ στο Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο. Και όπως θα φαντάζεστε, όταν μπαίνει ο Μαρξ στη συζήτηση, σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες διεκδικήσεις εκ μέρους μας.


Αυτή, εν συντομία, είναι η αγοραία πλευρά της εργασίας του μεταφραστή. Σ’ αυτήν κάποιες φορές εμπεριέχονται και χρέη ατζέντη και διαπραγματευτή με τους ντόπιους και ξένους εκδοτικούς οίκους, που ασφαλώς είναι χρονοβόρα.


Πώς είναι δυνατόν τελικά να έχω φτάσει να μιλώ αγοραία για μια εργασία που ο πλούτος που παράγει δεν είναι αγοραίος;


Είναι επειδή σας μίλησα με τουλάχιστον δύο φωνές σήμερα εδώ, αν και όταν σχεδίαζα αρχικά αυτή την ομιλία, νόμιζα ότι η φωνή που θα επέλεγα θα ήταν μία. Θεωρώ πως κάθε μία από αυτές τις δύο κύριες φωνές έχει τη δική της αλήθεια και κάθε μία απ’ αυτές θα χαρεί ξεχωριστά αν τύχει να εισακουστεί από τωρινούς ή μελλοντικούς συναδέλφους.


Σας ευχαριστώ.