[Ομιλία στην 3η Ημερίδα μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ στις 18 Οκτωβρίου 2019]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωνές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωνές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Περί μετάφρασης...
[Ομιλία στην 3η Ημερίδα μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ στις 18 Οκτωβρίου 2019]
Χαίρομαι πολύ που βλέπω σήμερα πρόσωπα από το παρελθόν, που έχουν συμβάλει με τον δικό τους τρόπο, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ίσως φαντάζονται, στη μετέπειτα πορεία μου. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, μία ξεχωριστή αναφορά στον καθηγητή Κλάους Μπέτσεν, στο γραφείο του οποίου, an seinem Schreibtisch, για να γίνω πλήρως κατανοητός, έχω την τύχη να δουλεύω πολλά χρόνια τώρα, περιτριγυρισμένος από τα βιβλία του.
Η αλήθεια είναι ότι τότε, το 1994, από φόβο μάλλον θυμάμαι να έρθω αντιμέτωπος με μία διπλωματική εργασία στην επιστήμη της λογοτεχνίας υπό τον δόκτορα Κλάους Μπέτσεν, του οποίου είχα παρακολουθήσει όλα τα μαθήματα στο Hauptstudium, είχα απευθυνθεί στον κ. Σκουτερόπουλο για να κάνω διπλωματική εργασία στην επιστήμη της μετάφρασης. Η αλήθεια είναι ότι όταν του απευθύνθηκα είχα ήδη γράψει την εισαγωγή της εργασίας μου, μια μάλλον λογοτεχνική παρά επιστημονική εισαγωγή, και είχα ήδη κάνει μια μικρή έρευνα, συγκεντρώνοντας τους συνειρμούς Ελλήνων και Γερμανών φίλων και γνωστών στο άκουσμα της λέξης «γαλάζιο» και «blau» αντίστοιχα, γιατί σχεδίαζα στη διπλωματική εργασία μου να ασχοληθώ με τη συλλογή του Georg Trakl Sebastian im Traum στη μετάφραση της Έλενας Νούσια Ο Σεμπάστιαν στο όνειρο, και στη συλλογή αυτή επανέρχεται το «blau» και παράγωγά του. Όλα αυτά, βέβαια, δεν πρόλαβα καν να τα πω στον κ. Σκουτερόπουλο, ο οποίος δικαίως μου είπε ότι δεν με γνωρίζει, ότι δεν γνωρίζει τη δουλειά μου ουσιαστικά, και θα έπρεπε να παρακολουθήσω κάποια μαθήματά του πρώτα. Εγώ είχα τελειώσει με τα μαθήματα του Hauptstudium, οπότε έπρεπε να αντιμετωπίσω τον φόβο μου.
Πραγματικά μέχρι σήμερα, τόσο χρόνια μετά, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια αν έφτασα στη μετάφραση μέσω της συγγραφής ή αν έφτασα στη συγγραφή μέσω της μετάφρασης. Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει πολύ περισσότερες ώρες στη ζωή μου απ’ ό,τι έχω γράψει.
Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι ακόμα και σήμερα η μετάφραση αποτελεί για μένα πάντα προσωπική υπόθεση. Η οποία ευτυχώς, τώρα μπορώ να πω ότι το ξέρω, αφορά και άλλους. Πολλούς ή λίγους δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία, κανένα από τα βιβλία που έχω μεταφράσει δεν έχει γίνει αυτό που λέμε μπεστ σέλερ, και ούτε νομίζω ότι και θα γίνει ποτέ, εν πάση περιπτώσει δεν θα γίνει ποτέ αυτό για μένα κριτήριο για την επιλογή ενός βιβλίου προς μετάφραση.
Τώρα, ως προσωπική υπόθεση, η μετάφραση απαιτεί ειλικρίνεια. Όχι ότι δεν μπορεί να γίνει χωρίς ειλικρίνεια, αλλά όταν γίνεται χωρίς ειλικρίνεια έχει την τύχη που λίγο πολύ έχουν οι προσωπικές μας υποθέσεις όταν δεν τις αντιμετωπίζουμε με ειλικρίνεια. Ή γίνονται αδιέξοδες ή κάποια στιγμή καταρρέουν. Μέχρι τότε μπορούμε να έχουμε κοροϊδέψει πολλούς άλλους εκτός από τον εαυτό μας.
Τι ακριβώς σημαίνει ειλικρίνεια στη μετάφραση; Πολύ απλά θα έλεγα ότι σημαίνει ακριβώς ότι πριν προσπαθήσω να πείσω τους άλλους, πρέπει να έχω πειστεί εγώ ο ίδιος. Αν δεν έχω πειστεί εγώ ο ίδιος, και παρ’ όλ’ αυτά προσπαθώ να πείσω τους άλλους, αφ’ ενός αυτή η πρακτική δεν είναι ειλικρινής και αφ’ ετέρου ακόμη και αν πείσω κάποιους απ’ αυτούς, ξέρω ότι η πειθώ αυτή είναι μετέωρη και επί της ουσίας βασίζεται στην ευπιστία ή και στην άγνοια των άλλων.
Ως προσωπική υπόθεση επίσης, η μετάφραση έχει πάντα να κάνει τουλάχιστον με έναν άλλον. Υπό αυτή την έννοια η μετάφραση δεν είναι δυνατόν ποτέ να ομφαλοσκοπεί. Όταν ομφαλοσκοπεί χάνει τη σύνδεσή της με τον άλλον, οπότε αργά ή γρήγορα γίνεται πάλι αδιέξοδη ή καταρρέει, χάνοντας την ουσία της.
Ποιος είναι αυτός ο άλλος; Είναι ο αναγνώστης που δεν μπορεί να καταλάβει το πρωτότυπο; Σίγουρα όχι, αυτό το έχει ξεκαθαρίσει πολλά χρόνια πριν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο Die Aufgabe des Übersetzers. Είναι ο συγγραφέας του πρωτοτύπου; Θεωρώ πως όχι. Ακόμη και σε περιπτώσεις αυτοβιογραφίας, όπως ήταν για παράδειγμα η αυτοβιογραφία του Μαρσέλ-Ράιχ Ρανίτσκι με τον τίτλο Η ζωή μου / Mein Leben, που είχα τη χαρά να μεταφράσω, ο άλλος με τον οποίο έχει να κάνει η μετάφραση δεν είναι ο συγγραφέας της εκάστοτε αυτοβιογραφίας, αλλά η φωνή που έχει επιλέξει ο συγγραφέας να ακούγεται.
Με την ίδια έννοια θα πρέπει να πω ότι και εγώ τώρα δεν είμαι εγώ, αλλά η φωνή που εγώ έχω επιλέξει να ακουστεί εδώ. Και δεν είναι κάτι πρωτότυπο αυτό που λέω, ούτως ή άλλως ο Λουίτζι Πιραντέλλο το έχει καταθέσει πολλά χρόνια πριν στο Ένας, κανένας κι εκατό χιλιάδες. Ήμουν άλλος πριν από 2 ώρες στο σπίτι μου, είμαι άλλος εδώ τώρα και άλλος θα είμαι στο διάλειμμα, άλλος θα είμαι όταν μιλήσω με έναν φίλο μου, και άλλος όταν ενδεχομένως θα μιλήσω με κάποιον από τους γονείς μου, και προφανώς το ποιος θα είμαι τότε θα έχει να κάνει με το με ποιον από τους δύο θα μιλήσω. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί από μόνο του την ειλικρίνεια της κάθε φωνής που κάθε φορά ακούγεται.
Έτσι, η μετάφραση ενός βιβλίου του Κάφκα, δεν έχει να κάνει με τον Κάφκα, αλλά με την εκάστοτε φωνή που έχει επιλέξει ο Κάφκα να ακούγεται σε κάθε βιβλίο του που επιλέγουμε να μεταφράσουμε. Και πολύ απλά θα πω ότι άλλη φωνή ακούγεται στην Επιστολή προς τον πατέρα, άλλες φωνές ακούγονται στη Μεταμόρφωση, άλλη φωνή ακούγεται στα γράμματα στη Φελίτσε και άλλη φωνή στη Δίκη ή στα Ημερολόγιά του. Και επειδή η περίπτωση του Κάφκα είναι ιδιαίτερη, θα πω ότι άλλες φωνές ακούγονται στους Περαστικούς της Τζέννυ Έρπενμπεκ, άλλες φωνές στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού και άλλες φωνές στη Συντέλεια του κόσμου. Το καλοκαίρι ολοκλήρωσα τη μετάφραση της συλλογής διηγημάτων της Καταρίνα Μπέντιξεν με τον τίτλο Der Wihiskyflaschenbaum / Το δέντρο με τα μπουκάλια του ουίσκι, 21 διηγήματα με πολλές, διαφορετικές φωνές.
Με αυτές τις φωνές έχει να κάνει η μετάφραση και αυτές τις φωνές καλείται πρώτ’ απ’ όλα να ακούσει ο μεταφραστής. Και ίσως σ’ αυτή τη διαφορετικότητα των φωνών κάθε φορά έγκειται και το ότι όσα βιβλία του ίδιου συγγραφέα και να έχει μεταφράσει κανείς, η δουλειά του μεταφραστή ποτέ δεν γίνεται πιο εύκολη στην ουσία της. Ασφαλώς είναι μια δουλειά, κατά την οποία συνεχώς μαθαίνεις, είναι μία διά βίου μάθηση, θα μπορούσα να πω, αλλά δεν φτάνεις ποτέ σ’ ένα σημείο, στο οποίο να μπορείς να πεις ότι θα χρησιμοποιήσεις ό,τι έχεις μάθει, χωρίς να χρειαστεί να μάθεις κάτι καινούργιο.
Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που καλείται ν’ απαντήσει ένας μεταφραστής. Εν συντομία θα έλεγα ότι απλώς καλείται να ακούσει την αλήθεια της άλλης φωνής. Τη δική της αλήθεια. Δεν καλείται να ντύσει την αλήθεια της φωνής που ακούει με τη δική του αλήθεια.
Ο μεταφραστής οφείλει, λοιπόν, κάθε φορά να ξεπεράσει τα όρια, τα σύνορα της δικής του αλήθειας και της δικής του γλώσσας. Γι’ αυτό ακριβώς θεωρώ ότι στην πράξη η μετάφραση είναι επαναστατική διαδικασία. Ο συντηρητισμός δεν της ταιριάζει. Καταργεί σύνορα, διαχωριστικά τείχη και χώρους Σένγκεν. Αυτό το συνειδητοποίησα ιδιαίτερα τα τελευταία 2 χρόνια κατά τη συνεργασία μου με τον Ιρανό ποιητή Μοχαμμάντ Χεμματί, του οποίου η πρώτη ποιητική συλλογή θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο σε δίγλωσση περσική και ελληνική έκδοση με τον τίτλο Γκαβαρέ / Η κούνια.
Παρ’ όλ’ αυτά, το έργο του μεταφραστή πωλείται, ο μεταφραστής ζει και εργάζεται σε μια αγορά. Συνεπώς χρειάζεται έναν εξοπλισμό, χρειάζεται βιβλία, λεξικά, ηλεκτρονικό υπολογιστή, προγράμματα και εφαρμογές, εκτυπωτή, χαρτί, μελάνια, πρόσβαση στο διαδίκτυο, ενδεχομένως κάποιες συνδρομές σε περιοδικά ή διαδικτυακά πόρταλ. Πρέπει να πληρώνει την ασφάλισή του, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θέρμανση, το νερό και το φαγητό του. Πρέπει να παρακολουθεί γενικότερα τον πολιτισμό της χώρας στη γλώσσα της οποίας μεταφράζει, αλλά και τον πολιτισμό της χώρας από της οποίας τη γλώσσα μεταφράζει. Πρέπει να έχει την ευχέρεια πού και πού να ταξιδεύει στην ξένη χώρα, για να του γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερο ξένη η χώρα αυτή. Να συναντά συναδέλφους από τη χώρα του και από άλλες χώρες, για να ανταλλάσσει εμπειρίες, και να μην μένει απομονωμένος στο προσωπικό του γραφείο.
Πώς είναι δυνατόν τελικά να έχω φτάσει να μιλώ αγοραία για μια εργασία που ο πλούτος που παράγει δεν είναι αγοραίος;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)